Deuteronomy 33

CHAPTER 33

Moses Blesses Israel Before His Decease

αύτη η ευλογία ην ηυλόγησε Μωυσής άνθρωπος του θεού τους υιούς Ισραήλ προ της τελευτής αυτού και είπε κύριος εκ Σινά ήκει και επέφανεν εκ Σηείρ ημίν και κατέσπευσεν εξ όρους Φαράν συν μυριάσι Κάδης εκ δεξιών αυτού άγγελοι μετ΄ αυτού και εφείσατο του λαού αυτού και πάντες οι ηγιασμένοι επι τας χείράς σου ούτοι υπό σε εισί και εδέξατο από των λόγων αυτού νόμον ον ενετείλατο ημίν Μωυσής κληρονομίαν συναγωγής Ιακώβ και έσται εν τω ηγαπημένω άρχων συναχθέντων αρχόντων λαών άμα φυλαίς Ισραήλ ζήτω Ρουβήν και μη αποθανέτω και Συμεών έστω πολύς εν αριθμώ και αύτη Ιούδα εισάκουσον κύριε φωνής Ιούδα και εις τον λαόν αυτού εισέλθοισαν αι χείρες αυτού διακρινούσιν αυτώ και βοηθός εκ των εχθρών αυτού έση και τω Λευί είπε δότε Λευί δήλους αυτού και αλήθειαν αυτού τω ανδρί τω οσίω ον επείρασαν αυτόν εν πείρα ελοιδόρησαν αυτόν εφ΄ ύδατος αντιλογίας ο λέγων τω πατρί αυτού και τη μητρί αυτού ουχ εώρακά σε και τους αδελφούς αυτού ουκ επέγνω και τους υιούς αυτού ουκ έγνω εφύλαξεν τα λόγιά σου και την διαθήκην σου διετήρησε 10 δηλώσουσι τα δικαιώματά σου τω Ιακώβ και τον νόμον σου τω Ισραήλ επιθήσουσι θυμίαμα εν οργή σου διαπαντός επί του θυσιαστηρίου σου 11 ευλόγησον κύριε την ισχύν αυτού και τα έργα των χειρών αυτού δέξαι κάταξον οσφύν επανεστηκότων εχθρών αυτού και οι μισούντες αυτόν μη αναστήτωσαν 12 και τω Βενιαμίν είπεν ηγαπημένος υπό κυρίου κατασκηνώσει πεποιθώς και ο θεός σκιάζει επ΄ αυτώ πάσας τας ημέρας και αναμέσον των ώμων αυτού κατέπαυσε 13 και τω Ιωσήφ είπεν απ΄ ευλογίας κυρίου η γη αυτού από ωρών ουρανού και δρόσου και από αβύσσων πηγών κάτωθεν 14 και καθ΄ ώραν γενημάτων ηλίου τροπών και από συνόδων μηνών 15 από κορυφής ορεών αρχής και από κορυφής βουνών αενάων 16 και καθ΄ ώραν γης πληρώσεως και τα δεκτά τω οφθέντι εν τη βάτω έλθοισαν επί κεφαλήν Ιωσήφ και επί κορυφήν δοξασθείς εν αδελφοίς 17 πρωτότοκος ταύρου το κάλλος αυτού κέρατα μονοκέρωτος τα κέρατα αυτού εν αυτοίς έθνη κερατιεί άμα έως απ΄ άκρου γης αύται μυριάδες Εφραϊμ και αύται χιλιάδες Μανασσή 18 και τω Ζαβουλών είπεν ευφράνθητι Ζαβουλών εν εξοδία σου και Ισσάχαρ εν τοις σκηνώμασί σου 19 έθνη εξολοθρεύσουσι και επικαλέσεσθε εκεί και θύσετε θυσίαν δικαιοσύνης ότι πλούτος θαλάσσης θηλάσει σε και εμπόρια παράλιον κατοικούντων 20 και τω Γαδ είπεν ευλογημένος εμπλατύνων Γαδ ως λέων ανεπαύσατο συντρίψας βραχίονα και άρχοντα 21 και είδεν απαρχήν αυτού ότι εκεί εμερίσθη γη αρχόντων συνηγμένων άμα αρχηγοίς λαών δικαιοσύνην κύριος εποίησε και κρίσιν αυτού μετά Ισραήλ 22 και τω Δαν είπε Δαν σκύμνος λέοντος και εκπηδήσει εκ του Βασάν 23 και τω Νεφθαλίμ είπε Νεφθαλίμ πλησμονή δεκτών και εμπλησθήτω ευλογίας παρά κυρίου θάλασσαν και λίβα κληρονομήσεις 24 και τω Ασήρ είπεν ευλογημένος από τέκνων Ασήρ και έσται δεκτός τοις αδελφοίς αυτού βάψει εν ελαίω τον πόδα αυτού 25 σίδηρος και χαλκός το υπόδημα αυτού έσται και ως αι ημέραι σου η ισχύς σου 26 ουκ έστιν ώσπερ ο θεός του ηγαπημένου ο επιβαίνων επί τον ουρανόν βοηθός σου και ο μεγαλοπρεπής του στερεώματος 27 και σκεπάσει σε θεού αρχή και υπό ισχύν βραχιόνων αενάων και εκβαλεί από προσώπου σου εχθρόν λέγων απόλοιο 28 και κατασκηνώσει Ισραήλ μόνος πεποιθώς πηγή Ιακώβ επί σίτου και οίνου και ο ουρανός αυτώ συννεφής δρόσω 29 μακάριος συ Ισραήλ τις όμοιός σοι λαός σωζόμενος υπό κυρίου υπερασπιεί ο βοηθός σου και η μαχαίρα καύχημά σου και ψεύσονταί σε οι εχθροί σου και συ επί τον τράχηλον αυτών επιβήση
Copyright information for ABPGRK