Joel 1

CHAPTER 1

The Locust and Caterpillar Destroy the Land

λόγος κυρίου ος εγενήθη προς Ιωήλ τον του Βαθουήλ ακούσατε ταύτα οι πρεσβύτεροι και ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την γην ει γέγονε τοιαύτα εν ταις ημέραις υμών η εν ταις ημέραις των πατέρων υμών υπέρ αυτών τοις τέκνοις υμών διηγήσασθε και τα τέκνα υμών τοις τέκνοις αυτών και τα τέκνα αυτών εις γενεάν ετέραν τα κατάλοιπα της κάμπης κατέφαγεν η ακρίς και τα κατάλοιπα της ακρίδος κατέφαγεν ο βρούχος και τα κατάλοιπα του βρούχου κατέφαγεν η ερυσίβη εκνήψατε οι μεθύοντες εξ οίνου αυτών κλαύσατε και θρηνήσατε πάντες οι πίνοντες τον οίνον εις μέθην ότι εξήρθη εκ στόματος υμών ότι έθνος ανέβη επί την γην μου ισχυρόν και αναρίθμητον οι οδόντες αυτού οδόντες λέοντος και αι μύλαι αυτού ως σκύμνου έθετο την άμπελόν μου εις αφανισμόν και τας συκάς μου εις συγκλασμόν ερευνών εξηρεύνησεν αυτήν και ερριψεν ελεύκανε τα κλήματα αυτής θρήνησον προς με υπέρ νύμφην περιεζωσμένην σάκκον επί τον άνδρα αυτής τον παρθενικόν εξήρται θυσία και σπονδή εξ οίκου κυρίου πενθείτε οι ιερείς οι λειτουργοί του κυρίου 10 ότι τεταλαιπώρηκε τα πεδία πενθείτω η γη ότι τεταλαιπώρηκε σίτος εξήρανθη οίνος ωλιγώθη έλαιον 11 εξηράνθησαν γεωργοί θρηνείτε κτήματα υπέρ πυρού και κριθής ότι απόλωλε τρυγητός εξ αγρού 12 η άμπελος εξηράνθη και αι συκαί ωλιγώθησαν ροά και φοίνιξ και μήλον και πάντα τα ξύλα του αγρού εξηράνθησαν ότι ήσχυναν χαράν οι υιοί των ανθρώπων

The Destruction of the Food Supply

13 περιζώσασθε και κόπτεσθε οι ιερείς θρηνείτε οι λειτουργούντες θυσιαστηρίω εισέλθετε υπνώσατε εν σάκκοις λειτουργούντες θεώ ότι απέσχηκεν εξ οίκου θεού υμών θυσία και σπονδή 14 αγιάσατε νηστείαν κηρύξατε θεραπείαν συναγάγετε πρεσβυτέρους πάντες οι κατοικούντες την γην εις οίκον κυρίου θεού υμών και κεκράξατε προς κύριον εκτενώς 15 οίμοι οίμοι οίμοι εις ημέραν ότι εγγύς η ημέρα κυρίου και ως ταλαιπωρία εκ ταλαιπωρίας ήξει 16 ουχί κατέναντι των οφθαλμών υμών βρώματα εξήρθη εξ οίκου θεού υμών ευφροσύνη και χαρά 17 εσκίρτησαν δαμάλεις επί ταις φάτναις αυτών ηφανίσθησαν θησαυροί κατεσκάφησαν ληνοί ότι εξηράνθη σίτος 18 τι αποθήσομεν εαυτοίς έκλαυσαν βουκόλια βοών ότι ουχ υπήρχε νομή αυτοίς και τα ποίμνια των προβάτων ηφανίσθησαν 19 προς σε κύριε βοήσομαι ότι πυρ ανήλωσε τα ωραία της ερήμου και φλοξ κατέκαυσε πάντα τα ξύλα του αγρού 20 και τα κτήνη του πεδίου ανέβλεψαν προς σε ότι εξηράνθησαν αφέσεις υδάτων και πυρ κατέφαγε τα ωραία της ερήμου
Copyright information for ABPGRK