Judges 7

CHAPTER 7

The LORD Chooses Three Hundred Men

και ώρθρισεν Ιεροβάαλ αυτός εστι Γεδεών και πας ο λαός μετ΄ αυτού και παρενέβαλον επί πηγήν Αρέδ και παρεμβολή Μαδιάμ ην αυτώ από βορρά από του βουνού Αβώρ εν τη κοιλάδι και είπε κύριος προς τον Γεδεών πολύς ο λαός ο μετά σου ώστε μη παραδούναί με την Μαδιάμ εν χειρί αυτών μή ποτε καυχήσηται Ισραήλ επ΄ εμέ λέγων η χειρ μου έσωσέ με και είπε κύριος προς αυτόν λάλησον δη εις τα ώτα του λαού λέγων τις ο φοβούμενος και δειλός αποστραφήτω και εξώρμησαν από του όρους Γαλαάδ και απεστράφησαν από του λαού είκοσι και δύο χιλιάδες και δέκα χιλιάδες υπελείφθησαν και είπε κύριος προς Γεδεών έτι ο λαός πολύς εστι κατάγαγε αυτούς εις το ύδωρ και δοκιμώ αυτούς σοι εκεί και έσται ον αν είπω προς σε ούτος πορεύσεται μετά σου αυτός πορεύσεται μετά σοι και πάντα ον αν είπω ότι ου πορεύσεται μετά σου και αυτός ου πορεύσεται μετά σου και κατεβίβασε τον λαόν εις το ύδωρ και είπε κύριος προς Γεδεών πας ος αν λάψη τη γλώσση αυτού εκ του ύδατος ως αν λάψη ο κύων στήσεις αυτόν κατά μόνας και πας ος αν κάμψη επί τα γόνατα αυτού του πιείν μεταστήσεις αυτόν καθ΄ αυτόν και εγένετο ο αριθμός των λαψάντων εν τη γλώσση αυτών τριακόσιοι άνδρες και παν το κατάλοιπον του λαού έκαμψαν επί τα γόνατα αυτών πιείν ύδωρ και είπε κύριος προς Γεδεών εν τοις τριακοσίοις ανδράσι τοις λάψασι σώσω υμάς και δώσω την Μαδιάμ εν χειρί σου και πας ο λαός αποτρεχέτω ανήρ εις τον τόπον αυτού και έλαβον τον επισιτισμόν του λαού εν χειρί αυτών και τας κερατίνας αυτών και πάντα άνδρα Ισραήλ εξαπέστειλεν εις το σκήνωμα αυτού των δε τριακοσίων ανδρών εκράτησεν η δε παρεμβολή Μαδιάμ ην αυτού υποκάτω εν τη κοιλάδι και εγενήθη εν τη νυκτί εκείνη και είπε προς αυτόν κύριος ανάστα κατάβηθι εις τη παρεμβολήν ότι παρέδωκα αυτήν εν τη χειρί σου 10 ει δε φοβή συ καταβήναι κατάβηθι συ και Φαρά το παιδάριόν σου εις την παρεμβολήν 11 και ακούση τι λαλούσιν και μετά ταύτα ενισχύσουσιν αι χείρές σου και καταβήση εν τη παρεμβολή και κατέβη αυτός και Φαρά το παιδάριον αυτού εις μέρος των πεντήκοντα των εν τη παρεμβολή 12 και Μιδιάμ και Αμαλήκ και πάντες οι υιοί ανατολών παρεμβεβλήκεισαν εν τη κοιλάδι ως ακρίς εις πλήθος και ταις καμήλοις αυτών ουκ ην αριθμός αλλ΄ ήσαν ώσπερ η άμμος η επί το χείλος της θαλάσσης εις πλήθος 13 και ήλθε Γεδεών και ιδού ανήρ εξηγείτο τω πλησίον αυτού ενύπνιον και είπεν ιδού ενύπνιασαμην ενύπνιον και ιδού μαγίς άρτου κριθίνου κυλιομένη εν τη παρεμβολή Μαδιάμ και ήλθεν έως της σκηνής Μαδιάμ και επάταξεν αυτήν και κατέστρεψεν αυτήν και έπεσεν η σκηνή 14 και απεκρίθη ο πλησίον αυτού και είπεν ουκ έστιν αύτη αλλ΄ η ρομφαία Γεδεών υιόυ Ιωάς ανδρός Ισραήλ παρέδωκεν ο θεός εν χειρί αυτού την Μαδιάμ και πάσαν την παρεμβολήν 15 και εγένετο ως ήκουσε Γεδεών την εξήγησιν του ενυπνίου και την σύγκρισιν αυτού και προσεκύνησε κύριον και υπέστρεψεν εις την παρεμβολήν Ισραήλ και είπεν ανάστητε ότι παρέδωκε κύριος εν χερσίν υμών την παρεμβολήν Μαδιάμ 16 και διείλε τους τριακοσίους άνδρας εις τρεις αρχάς και έδωκε κερατίνας εν χειρί πάντων και υδρίας κενάς και λαμπάδας εν μέσω των υδριών 17 και είπε προς αυτούς απ΄ εμού όψεσθε και ούτως ποιήσετε και ιδού εγώ εισπορευόμαι εν μέσω της παρεμβολής και έσται ως αν ποιήσω ούτως ποιήσετε 18 και σαλπιώ εν τη κερατίνη εγώ και πάντες μετ΄ εμού και σαλπιείτε εν ταις κερατίναις κύκλω όλης της παρεμβολής και ερείτε τω κυρίω και τω Γεδεών 19 και εισήλθεν Γεδεών και οι εκατόν άνδρες οι μετ΄ αυτού εν μέρει της παρεμβολής αρχομένης της φυλακής της μεσούσης πλην εγέρσει ήγειραν τους φυλάσσοντας και εσάλπισαν ταις κερατίναις και εξετίναξαν τας υδρίας τας εν ταις χερσίν αυτών 20 και εσάλπισαν αι τρεις αρχαί εν ταις κερατίναις και συνέτριψαν τας υδρίας και ελάβοντο εν τη χειρί τη αριστερά αυτών των λαμπάδων και εν τη χειρί τη δεξιά αυτών αι κερατίναι του σαλπίζειν και ανέκραξαν ρομφαία τω κυρίω και τω Γεδεών 21 και έστησαν έκαστος ανήρ καθ΄ εαυτόν κύκλω της παρεμβολής και έδραμον πάσα η παρεμβολή και εσήμαναν και έφυγον 22 και εσάλπισαν αι τριακόσιαι κερατίναι και έθετο κύριος μάχαιραν ανδρός εν τω πλησίον αυτού και εν όλη τη παρεμβολή και έφυγεν η παρεμβολή έως της Βαιθασεττά Ταγαραγαθά έως χείλους Αβωμεουλά επί Ταβάθ 23 και εβόησεν ανήρ Ισραήλ εκ Νεφθαλί και εξ Ασήρ και εκ παντός Μανασσή και κατεδιώξαν οπίσω Μαδιάμ 24 και αγγέλους εξαπέστειλε Γεδεών εν παντί όρει Εφραϊμ λέγων κατάβητε εις συνάντησιν Μαδιάμ και καταλάβετε εαυτοίς το ύδωρ έως Βαιθβηρά και τον Ιορδάνην και εβόησε πας ανήρ Εφραϊμ και προκατελάβοντο το ύδωρ έως Βαιθβηρά και τον Ιορδάνην 25 και συνέλαβον τους δύο άρχοντας Μαδιάμ τον Ορήβ και τον Ζηβ και απέκτειναν τον Ορήβ εν Σουρ και τον Ζηβ απέκτειναν εν Ιακέβ Ζηβ και κατεδίωξαν την Μαδιάμ και την κεφαλήν Ορήβ και Ζηβ ήνεγκαν προς Γεδεών εκ του πέραν του Ιορδάνου
Copyright information for ABPGRK