Psalms 10

PSALM 10

The LORD Breaks the Arm of the Wicked

ινατί κύριε αφέστηκας μακρόθεν υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσιν εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός συλλαμβάνονται εν διαβουλίοις οις διαλογίζονται ότι επαινείται ο αμαρτωλός εν ταις επιθυμίαις της ψυχής αυτού και ο αδικών ευλογείται παρώξυνε τον κύριον ο αμαρτωλός κατά το πλήθος της οργής αυτού ουκ εκζητήσει ουκ έστιν ο θεός ενώπιον αυτού βεβηλούνται αι οδοί αυτού εν παντί καιρώ ανταναιρείται τα κρίματά σου από προσώπου αυτού πάντων των εχθρών αυτού κατακυριεύσει είπε γαρ εν καρδία αυτού ου μη σαλευθώ από γενεάς εις γενεάν άνευ κακού ου αράς το στόμα αυτού γέμει και πικρίας και δόλου υπό την γλώσσαν αυτού κόπος και πόνος εγκάθηται ενέδρα μετά πλουσίων εν αποκρύφοις του αποκτείναι αθώον οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσιν ενεδρεύει εν αποκρύφω ως λέων εν τη μάνδρα αυτού ενεδρεύει του αρπάσαι πτωχόν αρπάσαι πτωχόν εν τω ελκύσαι αυτόν εν τη παγίδι αυτού ταπεινώσει αυτόν 10 κύψει και πεσείται εν τω αυτόν κατακυριεύσαι των πενήτων 11 είπε γαρ εν τη καρδία αυτού επιλέλησται ο θεός απέστρεψε το πρόσωπον αυτού του μη βλέπειν εις τέλος 12 ανάστηθι κύριε ο θεός μου υψωθήτω η χειρ σου μη επιλάθη των πενήτων σου εις τέλος 13 ένεκεν τίνος παρώργισεν ο ασεβής τον θεόν είπε γαρ εν καρδία αυτού ουκ εκζητήσει 14 βλέπεις ότι συ πόνον και θυμόν κατανοείς του παραδούναι αυτόν εις χείράς σου σοι εγκαταλέλειπται ο πτωχός ορφανώ συ ήσθα βοηθός 15 σύντριψον τον βραχίονα του αμαρτωλού και πονηρού ζητηθήσεται η αμαρτία αυτού και ου μη ευρεθή 16 κύριος βασιλεύς εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος απολείσθε έθνη εκ της γης αυτού 17 την επιθυμίαν των πενήτων εισήκουσας κύριε την ετοιμασία της καρδίας αυτών προσέσχε το ους σου 18 κρίναι ορφανώ και ταπεινώ ίνα μη προσθή έτι του μεγαλαυχείν άνθρωπος επί της γης
Copyright information for ABPGRK